Οι ποικιλίες μας και η ιστορία τους

Μαλαγουζιά      

Η Μαλαγουζιά είναι μία από τις πιο αρωματικές ποικιλίες των ελληνικών σταφυλιών. Τόπος καταγωγής της φαίνεται να είναι η Ορεινή Ναυπακτία. Η νεώτερη ιστορία της ξεκινάει αρχές της δεκαετίας ’70 όταν ο Ευάγγελος Γεροβασιλείου με την βοήθεια του καθηγητή Λογοθέτη από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης φύτεψαν μερικές σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο Κτήμα Πόρτο Καράς, όπου ο Γεροβασιλείου εργαζόταν ως οινολόγος. Η ενδιαφέρουσα αυτή ποικιλία δεν άργησε να ξεχωρίσει με το έντονο αρωματικό της προφίλ που θυμίζει Μοσχάτο, δίνοντας τα πρώτα εντυπωσιακά μονοποικιλιακά κρασιά στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Στις μέρες μας η Μαλαγουζιά καλλιεργείται πλέον σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδος δίνοντας- φρέσκα και παλαιωμένα- ποικιλιακά κρασιά ή χρησιμοποιούμενη σε διάφορα μείγματα πασίγνωστων brand..

Κατάγεται από την Αιτωλοακαρνανία, καλλιεργείται όμως στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα, αλλά και στην Μακεδονία. Ωριμάζει περί τα τέλη Αυγούστου.

Είναι μια πολύ ζωηρή και παραγωγική ποικιλία, ανθεκτική στη ξηρασία. Δίνει μεγάλα σταφύλια με πυκνές, μεγάλες ράγες με λεπτή χρυσοκίτρινη φλούδα και γλυκιά, μαλακή σάρκα με γεύση μοσχάτου.
Το κρασί της Μαλαγουζιάς είναι έντονα αρωματικό -ιδιαίτερα όταν είναι φρέσκο-, σχετικά υψηλόβαθμο, μέτριας οξύτητας και αφήνει ευχάριστη φρουτώδη επίγευση.


Συνοδεύει συνήθως ψάρια ψητά και φούρνου, θαλασσινά, άσπρα κρέατα, πουλερικά, καθώς και τυριά με μέτριας έντασης γεύση.



 

Chardonnay                

Η λευκή ποικιλία Chardonnay (Σαρντονέ), από τη Βουργουνδία της Γαλλίας, είναι από τις πιο διαδεδομένες στον κόσμο και τη συναντάμε τόσο στην Ευρώπη απ’ όπου κατάγεται, όσο και στην Αμερική, στη Νότια Αφρική ή στην Αυστραλία. Είναι τόσο δημοφιλής, χάρη στο δυναμισμό της και ξέρει να προσαρμόζεται σε ευρεία γκάμα εδαφών και κλιμάτων. Ο φλοιός του, που έχει έντονο κίτρινο χρώμα, δίνει κρασιά με χρυσαφί αποχρώσεις. Λιγότερο κλασική από άλλες ποικιλίες, αναδύει αρώματα που μπορεί να είναι διαφορετικά ανάλογα με το έδαφος του αμπελώνα, αλλά και την οινοποίηση, και αφήνει μεγάλα περιθώρια στην τέχνη του οινοποιού. Ανάμεσα στα ευγενή και λεπτά αρώματα που μπορεί να παρουσιάσει, επισημαίνουμε το αγιόκλημα, την ακακία, φρουτώδεις νότες πράσινου μήλου, μπανάνας, ανανά και εσπεριδοειδών.

 

Στην Ελλάδα καλλιεργείται σε πολλές περιοχές.  Ωριμάζει το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου. Η ποικιλία αυτή μπορεί να δώσει λευκούς φρέσκους οίνους ή οίνους που έχουν ζυμώσει και ωριμάσει σε δρύινα βαρέλια με ποικιλία αρωμάτων. Η γεύση των συγκεκριμένων κρασιών είναι λιπαρή, δροσερή έως ζωηρή ισορροπημένη, με σώμα και διάρκεια.  Στα κατάλληλα εδάφη τα λευκά κρασιά της ποικιλίας αυτής μπορούν να φθάσουν στο βέλτιστο της ποιότητας.


Merlot                 

Ερυθρή ποικιλία προερχόμενη από το Bordeaux της Γαλλίας, με παρουσία σε πολλές περιοχές του κόσμου. Στην Ελλάδα καλλιεργείται στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.   Ωριμάζει το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου. Η ποικιλία δίνει κρασιά υψηλόβαθμα, καλής οξύτητας, με χαρακτηριστικό άρωμα, μαλακή και ισορροπημένη γεύση, επιδεκτικά παλαίωσης.  Όταν αναμειγνύεται με άλλα κρασιά, βελτιώνει το χρώμα και το άρωμα τους.

 

  Η πρώτη αναφορά για το Merlot έρχεται από το 1784 και από αξιολογητή στο Μπορντώ που χαρακτηρίζει το κρασί προερχόμενο από την ποικιλία σαν "πολύ καλό". Τον 19ο αιώνα καλλιεργείται συστηματικά στο Medoc της Γαλλίας. Στην Ιταλία είναι γνωστό από το 1855 που καλλιεργείτο στην περιοχή γύρω από την Βενετία με την ονομασία Bordò.
Μεταξύ 1905 και 1910 εισάγεται στo καντόνι Ticino της Ελβετίας από την Ιταλία. Τη δεκαετία του 1990 γνωρίζει τεράστια επιτυχία στις ΗΠΑ.

 Η Γαλλία είναι ο τόπος που καλλιεργούνται τα 2/3 περίπου της παγκόσμιας παραγωγής Merlot,σε έκταση περίπου 120.000 εκτάρια. Καλλιεργείται επίσης στην Ιταλία, Ελβετία, Ρουμανία, Καλιφόρνια, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Αργεντινή, Καναδά, Χιλή, Νότια Αφρική, Κροατία, Ουγγαρία, Μαυροβούνιο, Σλοβενία, καθώς και σε άλλες Πολιτείες των ΗΠΑ όπως Washington και Long Island. Συνήθως καλλιεργείται στις ίδιες περιοχές που βρίσκουμε και το Cabernet Sauvignon, αλλά στα πιο ψυχρά τους τμήματα.

Τα σταφύλια του Merlot διακρίνονται από τις μεγάλες, στρογγυλές κυανομέλανες ράγες.Αναπτύσσεται καλύτερα σε ψυχρά εδάφη, με σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σιδήρου.   Η μικρή παραγωγή τσαμπιών των κλημάτων συμβάλλει ουσιαστικά στην βελτίωση της ποιότητας των κρασιών, όπως επίσης η ηλικία, που προσθέτει χαρακτήρα.
Στα παραδοσιακά κρασιά του Μπορντώ, το Merlot συμβάλλει στην βελτίωση του σώματος του κρασιού, κάνοντας ταυτόχρονα το κρασί μαλακότερο. Γενικά από το Merlot προκύπτουν κρασιά με μαλακή, φρουτώδη γεύση και αντίστοιχα αρώματα.
. Οι φρουτώδεις γεύσεις του Merlot περιλαμβάνουν αυτές των κερασιών, βατόμουρων, αλλά και ελιάς, πιπεριού, δέρματος, μανιταριών και καπνού. Αν το κρασί έχει ωριμάσει σε δρύινα βαρέλια, διακρίνουμε αρώματα καραμέλας, σοκολάτας, καρύδας, καφέ, καπνού και βανίλιας.

Το Merlot -λόγω της ποικιλίας των χαρακτηριστικών του- μπορεί να συνοδεύσει μια πολύ μεγάλη ποικιλία φαγητών. Τα Merlot συνοδεύουν άριστα ψητά κρέατα, ενώ τα πιο φρουτώδη και ιδιαίτερα αυτά με υψηλότερη οξύτητα, συνοδεύουν φαγητά όπως σολομό, πιάτα βασισμένα σε μανιτάρια, αλλά και χορταρικά. Τα πιο ελαφρά Merlot ταιριάζουν με όστρακα, ιδιαίτερα αν συνδυάζονται με bacon ή και prosciutto. Συνοδεύει επίσης ελαφρά τυριά με μαλακή γεύση, που δεν εναντιώνονται στην φρουτώδη γεύση του κρασιού.